Η Σερμύλη – Ορμύλια ανά τους αιώνες

(Διάλεξη του Νικηφόρου Πατσιούρα που έγινε την 23 Νοέμβρη 2005)

Η λεκάνη του Χαβρία. με το γόνιμο έδαφος, το ήπιο μικροκλίμα, τα άφθονα νερά – παράγοντες που ευνοούν την καλλιέργεια της γης – τα μικρού ύψους, με χαμηλή δασοκάλυψη και εύκολα προσπελάσιμα βουνά – που «ευνοούν την ανάπτυξη εντατικής κτηνοτροφίας – τα μεγάλα δάση, στις ψηλότερες περιοχές – που μπορούν να δώσουν μεγάλες ποσότητες ξυλείας – το πλούσιο σε μεταλλεύματα υπέδαφος, την επαφή της με τη θάλασσα – που διευκολύνει αλιευτικές δραστηριότητες, μεταφορές και επικοινωνία – την ομορφιά του φυσικού τοπίου «… είναι η ωραιότερη εξ όσων είδον δια τε την ποικιλίαν και την γονιμότητα …» λέει ο Μιχ. Χρυσοχός , («Σερμύλη, 105»), είναι πραγματικά από τους ευλογημένους εκείνους τόπους, που ο άνθρωπος δένεται με τη φύση σ’ ένα σύμπλεγμα ισορροπίας μαζί της.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η οργανωμένη εγκατάσταση του ανθρώπου στην περιοχή, είναι πανάρχαια και χάνεται στα βάθη της προϊστορίας.

Αν και η αρχαιολογική έρευνα στην περιοχή είναι σχεδόν ανύπαρκτη, εν τούτοις, κάποιες «πρόχειρες επισκοπήσεις» του χώρου της, από έγκριτους, είν’ αλήθεια, μελετητές (Δ. Β. Γραμμένος, I. Α. Παπάγγελος κ.α.) εντόπισαν «… ίχνη πανάρχαιας ανθρώπινης εγκατάστασης από το 4.000 π.Χ.» κι επισήμαναν, μόνο στο νότιο τμήμα της λεκάνης, τέσσερις (4) θέσεις προϊστορικών οικισμών (Προφήτης Ηλίας, 4.000 π.Χ. – Άγιος Γεώργιος, 2η π X. χιλιετία – Πλατειά Τούμπα τέλος 2ης π.Χ. χιλιετίας – Καστρί Βατοπεδίου. 1.000 π.Χ.) θέσεις που, σήμερα, είναι επίσημα κηρυγμένοι αρχαιολογικοί χώροι (ΦΕΚ 1124/ 73. 661 / 97, 207 / 98. τεύχη Β1}.

Ο πρώτος – (Προφήτης Ηλίας) – είναι, σύμφωνα με την άποψη των αρχαιολόγων, πελασγικός οικισμός της νεολιθικής εποχής, ενώ οι υπόλοιποι είναι οικισμοί θρακών, που εγκαταστάθηκαν στο χώρο υποτάσσοντας τους Πελασγούς, κυριάρχησαν κι επέβαλαν τη δική τους ταυτότητα στην περιοχή, δίνοντας της ακόμα και τ’ όνομα της «Σερμύλη», που στη γλώσσα τους, τη θρακική γλώσσα, σήμαινε «νερό» (R. Ε. Zweite Reihe τ. 6. σελ. 410).

Την εποχή του πρώτου αποικισμού (13ος – 12ος π.Χ. αιώνας). Έλληνες από τη Χαλκίδα ήλθαν στην περιοχή κι έχτισαν αποικία (I, Βοκοτοπούλου. σελ. 125. σημ. 7) που διατήρησε το όνομα «Σερμύλη». Η αποικία ενισχύθηκε με νέες αφίξεις αποίκων, κατά το δεύτερο αποικισμό (8ος π.Χ. αιώνας) και εξελίχτηκε σε «… πόλιν πλουσίαν και πολυάνθρωπον …» (Χρυσοχός, 109). η οποία αποτελούσε μια από τις αξιολογότερες πόλεις – κράτη της περιοχής, με ανεξαρτησία δράσης, ναυτική δύναμη και δικό της νόμισμα, στα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα.

Στο εσωτερικό, της λεκάνης, υπήρχαν αυτή την εποχή κι άλλες πόλεις, πιθανότατα θρακικές (Etienne de Byzance s. v. ): η Στώλος ή Σκώλος, στην περιοχή «Αμυγδαλιά» κοντά στο Κελλί και η Πολίχνη παρά Στώλον, στην περιοχή «Καστέλι» της Σμίξης (Μ. Β. Χατζόπουλος, Ωνές … σελ 81).

Στις αρχές του 5ου π.χ. αιώνα, οι πόλεις αυτές υποτάσσονται στους Πέρσες και η Σερμύλη υποχρεώνεται να δώσει στο Ξέρξη κατά την εκστρατεία του στην Ελλάδα «.. νέας τε και στρατιήν …» (Ηροδ. VII. 122).

Αμέσως μετά τους Περσικούς Πολέμους εντάσσονται στην Αθηναϊκή Συμμαχία όπως φαίνεται από τους φορολογικούς καταλόγους της. με εισφορές: 6 τάλαντα για τη Σερμύλη. 5.000 δραχμές για τη Στώλο και καθόλου για την Πολίχνη παρά την Στώλο (I Ε Ε. – τ. 6 108 – 9)

Στους φορολογικούς καταλόγους της Αθηναϊκής Συμμαχίας των ετών 434 – 426 π.Χ., αναφέρεται για πρώτη φορά και η Καλλίπολη (I. Βοκοτοπούλου. 128).

Αν και δεν υπάρχουν άλλες πληροφορίες, από το κείμενο της «Ειρήνης του Νικία» του 421 π.Χ. προκύπτει ότι. η Σερμύλη, πήρε μέρος στην αποστασία των Χαλκιδικών πόλεων, το 436 π.Χ. από την Αθηναϊκή Συμμαχία, «αποτάχθηκε» και βρέθηκε ανάμεσα στις πόλεις που τελούσαν κάτω από τον απόλυτο έλεγχο των Αθηναίων «… έχουσιν Αθηναίοι…» (θουκ. Ε.. 18.8), ενώ η Στώλος παρέμεινε αδρανής (θουκ. Ε.. 18.8).

Στην περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου η Σερμύλη, «πιστή σύμμαχος» των Αθηναίων, στην αρχή, δεινοπάθησε από τις επιχειρήσεις κοντά της του Κορίνθιου στρατηγού Αριστέα, το 432 π.Χ. (θουκ. Α. 65). Αργότερα, φαίνεται – χωρίς να υπάρχουν στοιχεία γι’ αυτό – ότι ταύτισε την τύχη της με την τύχη των άλλων Χαλκιδικών πόλεων της περιοχής.

Φαίνεται ακόμα πως, όλες οι πόλεις της λεκάνης, συμμετείχαν στο «Κοινό των Χαλκιδέων» και η Σερμύλη τουλάχιστον, δέχτηκε στο πετσί της την εκδικητική μανία του Βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου του Β’ και «…εντελώς ανεσκάφη…» (Μ. Χρυσοχός, 109) το 348 π.Χ. κι έτσι δόθηκε τέλος στην πολιτειακή της ζωή και την πολιτική της υπόσταση. Ο χώρος της μετατράπηκε σε «βασιλική γη” και τα ευφορότερα τμήματά του δόθηκαν, τόσο από το Φίλιππο το Β’, τότε, όσο και από του  «Επιγόνους Βασιλιάδες» της «Ελληνιστικής εποχής», αργότερα, σε «Μακεδόνες Εταίρους» (Μ. Β. Χατζόπουλος – «Une donations 17, 18) και οι περισσότεροι κάτοικοί της μετατράπηκαν σε δούλους – καλλιεργητές των «βασιλικών γαιών» και των μεγαλοκτημάτων των Μακεδόνων ευγενών. Κάτι λίγοι, που μπόρεσαν να γλιτώσουν από την εκδικητική μανία του Φιλίππου Β’, δεν εγκατέλειψαν τον τόπο τους – δεν εγκαταλείπεται εύκολα ένας τόσο προνομιούχος τόπος – αλλά1 αφού συνήλθαν κάπως από το φοβερό «σοκ» της καταστροφής, αποτραβήχτηκαν στ’ ανυψωμένα μέρη της λεκάνης, στις άγονες και δυσπρόσιτες περιοχές, αυτές που ήταν έξω από το οικονομικό ενδιαφέρον των νέων μεγαλοΐδιοκτητών της γης κι εκεί εγκαταστάθηκαν σε «μικροκώμες», διάσπαρτους, δηλαδή, μικοοικισμούς, μάλλον οικογενειακές εγκαταστάσεις, με κυριότερον αυτόν της Σερμύλης σε κάποιο, απροσδιόριστο μέχρι σήμερα, μέρος της λεκάνης. Η πεισματική επιμονή των κατοίκων να κρατήσουν, μέχρι σήμερα, τ’ όνομα Σερμύλη για το μεγαλύτερο οικισμό της περιοχής, αυτό τουλάχιστον δείχνει (Μ. Χρυσοχός, 110).

Το κτίσιμο της Κασσάνδρειας από τον ομώνυμο βασιλιά της Μακεδονίας, το 315 π.Χ. (Διοδ. 19, 52), η ανάδειξή της σε μεγαλούπολη και μεγάλο οικονομικό και διοικητικό κέντρο και η μετατροπή της περιοχής της λεκάνης σε αγροτική περιφέρεια της νέας πόλης, λειτούργησε ανταγωνιστικά. Απομύζησε κάθε ικμάδα και απορρόφησε μεγάλο μέρος του πληθυσμού της περιοχής, με συνέπεια να μην μπορεί ν’ αναπτυχθεί στη λεκάνη κάποιο αξιόλογο οικιστικό κέντρο.

Η Ρωμαιοκρατία και η μετατροπή της Κασσάνδρειας, το 30 π.Χ., σε ρωμαϊκή αποικία, δεν άλλαξαν την κατάσταση – οι μικροοικισμοί όχι μονάχα επιβίωσαν μα κι άλλοι ξεφύτρωσαν, ιδίως στα ενδότερα της λεκάνης, στον Αϊ-Λια, στον Ανεμόμυλο, στην Καρα – Τούμπα, στον Άγιο Γεώργιο, στο Κουβέλι (κοντά στο σημερινό Πνευματικό Κέντρο «Παναγία η Φιλανθρωπινή») – [Δημ. Σαμσάρης,… σελ. 424] – τα ονόματα μονάχα άλλαξαν. Έτσι, η αγροτική περιφέρεια μετονομάστηκε σε «territoriumτης αποικίας, οι «μικροκώμες» σε «vicos» της και τη θέση των «Μακεδόνων Εταίρων» πήραν τώρα οι «Veterani» του ρωμαϊκού στρατού.

Μια «τυχαία» αρχαιολογική ανακάλυψη, στον Άγιο Βασίλειο της Ορμύλιας, μιας μεγάλης σε διαστάσεις και πλούσιας σε ανέσεις ρωμαϊκής έπαυλης (Villa) μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πολύ καλά, ποιοι ήταν και σε ποια τάξη ανήκαν οι νέοι αφέντες των εύφορων τμημάτων της λεκάνης.

Η παρουσία, λοιπόν, μικρών οικισμών στο χώρο της λεκάνης του Χαβρία, δε σταμάτησε ποτέ σ’ όλη τη διάρκεια των ελληνιστικών των ρωμαϊκών και των πρώτων βυζαντινών χρόνων, οπότε και οι κάτοικοί τους εκχριστιανίστηκαν.

Οι μεγάλες όμως αναστατώσεις όλης της Βαλκανικής από τις μεταναστεύσεις των θύννων και των Γότθων, τις επιδρομές των Σλάβων, τις πειρατείες των Σαρακηνών και των Νορμανδών αργότερα, που όλοι τους εποφθαλμιούσαν και ήθελαν να βάλουν στο χέρι τους την προνομιούχο αυτή περιοχή, απώθησαν τους ντόπιους κατοίκους στις όσο το δυνατόν πιο απομακρυσμένες και μη ορατές από τη θάλασσα περιοχές της λεκάνης, όπου έχτισαν τώρα τους νέους τους οικισμούς. Έτσι η βυζαντινή Ερμήλια, εγκαταστάθηκε, μη ορατή από τη θάλασσα, στην ανατολικά του Ανεμόμυλου και του Αϊ-Λια, χαμηλή περιοχή, (γύρω από τον Αϊ-Γιάννη), ενώ σ’ άλλα χαμηλά (γούπατα) της λεκάνης έγιναν μικρότερες εγκαταστάσεις (Άγιος Δημήτριος, Σωτήρας κ.α). Στις φυσικά ανυψωμένες περιοχές χτίστηκαν τεχνητές οχυρώσεις – κάστρα – όπως αυτό της Καλλίπολης, του 5ου αιώνα μ.Χ. (Παπάγγελος, Χαλκιδική 101), όπου κατέφευγαν οι κάτοικοι για να προστατεύονται από τους επιδρομείς και ν’ αποφεύγουν τους κινδύνους. Παρά τις λεηλασίες και καταστροφές, που δεχόταν ο τόπος τους όμως, όταν ο κίνδυνος εξέλειπε, οι κάτοικοι, επανέρχονταν στις ειρηνικές τους ασχολίες και η εύφορη γη αντάμειβε τους κόπους τους (Χρυσοχός, 110 -111, Adolf Struck, 59 – 60). Έτσι, παρ’ όλες τις δύσκολες καταστάσεις, η ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή και σ’ όλη τη διάρκεια του μεσαίωνα ήταν αισθητή.

Στο ΜΒίο του Αγίου Ευθυμίου του Νέου”, γραμμένο το 875 μ.Χ. από τον Επίσκοπο Θεσσαλονίκης Βασίλειο, διαβάζουμε ότι, η «κουρά” του σε μοναχό, έγινε «εν τη Σερμυλία κώμη” από τον Όσιο Ευθύμιο, που ασκήτευε στην περιοχή του «Βραστάμου» (Vie de Saint Euthyme de Jeune).

Από τα μέσα του 13ου μ.Χ. αιώνα, αρχίζει η έντονη παρουσία των μοναστηριών του Αγίου Όρους στην περιοχή.

Οι ντόπιοι κάτοικοι, με «χρυσόβουλα» Βυζαντινών Αυτοκρατόρων, αλλά και με κάθε άλλο μέσο, αποστερήθηκαν την εύφορη γη, που πέρασε στην ιδιοκτησία των Αγιορείτικων μοναστηριών. Έξι (6) Αγιορείτικα μοναστήρια απόκτησαν μεγάλες ιδιοκτησίες στις εύφορες περιοχές της λεκάνης, τις οποίες διατηρούσαν σ’ όλη τη διάρκεια της Ύστερης Βυζαντινής Εποχής και της Τουρκοκρατίας αργότερα, κι εγκατέστησαν στην περιοχή Μετόχια [ Λαυριώτικο (1259), Ξηροποταμινό (1270), Ζωγραφίτικο (1289), Βατοττεδινό (1301), Δοχειαρίτικο (1311), ΓΙαντοκρατορινό (1635)] για την εκμετάλλευση των ιδιοκτησιών τους σε μόνιμη βάση, ενώ άλλα τέσσερα (4) [Ιβήρων (1301), Εσφιγμένου (1318), Ξενοφώντος (1325), Καρακάλου (1600)], είχαν, για κάποιο διάστημα, ιδιοκτησίες στην περιοχή.

Οι ντόπιοι κάτοικοι απωθήθηκαν στις πλέον άγονες και δυσπρόσιτες περιοχές της λεκάνης, όπου η στενότητα του χώρου δεν επέτρεπε τη δημιουργία μεγάλων οικισμών, αλλά μικρών «καθισμάτων” και «καλυβιών», σε ορισμένα γούπατα και μικροκοιλάδες της λεκάνης ή και κάποιων μεγαλύτερων «συνοικισμών” και «χωριών» στις κάπως ευρύτερες περιοχές και οι κάτοικοί τους είχαν κάποια σχέση με τα μοναστήρια, είτε γιατί ήταν «κολλήγοι» σ’ αυτά, είτε, ακόμα, γιατί και οι υπόλοιποι, σαν ελεύθεροι μικροκαλλιεργητές, κτηνοτρόφοι, σηροτρόφοι, υλοτόμοι, μελισσουργοί και τεχνίτες, συναλλάσσονταν μ’ αυτά. Οι ονομασίες κάποιων οικισμών της περιοχής: Άγιος Δημήτριος, Σωτήρας, Άί-Γιάννης, Κελλί, Βράσταμα (όνομα ηγουμένου), δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία γι’ αυτό.

Κατά τον 14ο μ.Χ. αιώνα, το μεγαλύτερο (το δυτικό και νότιο) τμήμα της λεκάνης αποτελούσε χωριστή διοικητική περιφέρεια του Θέματος της Θεσσαλονίκης, το «Κατεπανίκειο της Ερμηλείας» με κέντρο την βυζαντινή Ερμήλεια, ενώ κάποιο ελάχιστο τμήμα της, (στα βορειοανατολικά της λεκάνης) ανήκε στο «Κατεπανίκειο Άκρους ή Ιερισσού ή Αραβενικείσς (Θεοχαρίδης, 14-15).

Ο 14ος μ.Χ. αιώνας, ήταν πολύ ταραγμένος αιώνας για την περιοχή. Οι ληστρικές επιδρομές της διαβόητης Καταλανικής Εταιρείας (1307 – 1309), οι δυναστικές διενέξεις για τον βυζαντινό θρόνο, των δύο Ανδρόνικων (παππού και εγγονού) στην αρχή (1320 – 1328) και του Κατακουζηνού, αργότερα (134 – 1354), οι αγροτολαϊκές εξεγέρσεις, της Ανδριανούττολης πρώτα (1341) και των Ζηλωτών της Θεσσαλονίκης (1342 – 1349) αργότερα, είχαν τις συνέπειές τους, επώδυνες πάντα, και στους κατοίκους της περιοχής, για να τις εντείνουν και να τις συμπληρώσουν: οι κουρσάρικες ενέργειες των Τούρκων Πειρατών, την ίδια εποχή, οι δυο (2) σέρβικες κατακτήσεις της (1345 – 1350) και (1356 – 1371) από το Σέρβο κράλη (=βασιλιά) Στέφανο Ντούσαν και η πρώτη κατάληψή της από τους Τούρκους (1383 -1404).

Η γενική αναστάτωση και η ανασφάλεια, που επικρατούσε τότε στο χώρο, ήταν η βασική αιτία που συντέλεσε στο να μεταβιβαστούν, είτε με αγοροπωλησίες σε εξευτελιστικές τιμές, είτε και με χαριστικές ακόμα πράξεις (αφιερώσεις, δωρεές, κληροδοσίες) οι εύφορες μεγαλογαιοκτησίες στην περιοχή των αρχοντικών οικογενειών των «δυνατών» της Θεσσαλονίκης (Ασάνη, Γλαβά, Δοβλυτζηνού, Καβάσιλα), που τις κατείχαν μέχρι τότε, στις Αγιορείτικες Μονές, με συνέπεια να γιγαντωθεί η μοναστηριακή ιδιοκτησία στην περιοχή και τα Μετόχια τους να βρεθούν, αυτή την εποχή, σε μεγάλη άνθιση.

Μετά από ένα μικρό διάστημα απελευθέρωσής της από τους Τούρκους (1403 – 1415), η περιοχή της λεκάνης του Χαβρία πέρασε πια οριστικά κάτω από την Οθωμανική κυριαρχία, κάπου ανάμεσα στα 1416 – 1424, για ν’ ακολουθήσει μια μακρά περίοδος πεντακοσίων (500) χρόνων (1416 -1912) της ιστορίας της, η Τουρκοκρατία.

Με την κατάληψή τους από τους Τούρκους, τα χωριά της λεκάνης, έγιναν χάσια (hass), δηλαδή τιμαριωτικές περιοχές Οθωμανών μεγαλοαξιοματούχων. Έτσι, η Ορμύλια (Rumllia), για παράδειγμα έγινε χάσι (hass) του Γιουσούφ Μπέη (Yusuf Bey), του γιου του Τιμούρτας (Timurtas) και από το 1444 περιήλθε στο χάσι (hass) του ίδιου του σουλτάνου Μουράτ Β’. Ένας παρακείμενος οικισμός, που δεν υπάρχει σήμερα, ο Βοράς (Voros) δόθηκε σα συμπλήρωμα στο χάσι (hass) του Καραγιόζη (Karagoz), γιου του Χαζίν (Hazine), τα μισά Βραστά δόθηκαν στον Αλή (ΑΙί) το γιο του Κουρούς (Kuruci) και τ’ άλλα μισά στον Σέρβο Νικόλα, γιο του Κιαφίρ (ΚβΑι^άπιστου) Χαμζά (Hamza) και η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε στους δυο (2) πρώτους αιώνες (15ο και 16ο) της Τουρκοκρατίας. Η γενική κατάπτωση όμως του Οθωμανικού Κράτους, που άρχισε από τα τέλη του 16ου αιώνα, επέφερε αλλαγές στην αρχική κατάσταση. Η Οθωμανική Κυβέρνηση για να μπορέσει ν’ αντιμετωπίζει τους συνεχείς πολέμους όλο και πιο συχνά επέβαλε έκτακτους φόρους (avariz) και υποχρεώσεις προσφοράς και εφοδίων ή υπηρεσιών στους υπηκόους του κράτους. Οι πρόσθετες αυτές υποχρεώσεις, δεν επιβάλλονταν, συνήθως, σε μεμονωμένα χωριά αλλά σε ομάδες χωριών, χωρίς οι πρόσθετες αυτές υποχρεώσεις ν’ αλλάζουν τον τιμαριωτικό χαρακτήρα των χωριών και μπορούσε ακόμα ένα χωριό ν’ ανήκει σε περισσότερες από μια ομάδες.

Τα χωριά της λεκάνης του Χαβρία εντάχτηκαν σε τρεις (3) ομάδες τέτοιων χωριών:

Το Νεοχώρι (Yeni-Koy) και η Μεγάλη Παναγία (Revenik) στα μαντεμοχώρια (Sidrekapsi).

Τα Μεγάλα Βραστά (Vrasta-i-Kebir), το Μεταγκίτσι (Metangic) και ο Ταξιάρχης (Lokovo), στα καρβουνιάρικα χωριά (Komurkecan).

Η Ορμύλια (Rumilia), ενώ το 1696 ήταν χάσι (hass) του βεζυρη (νίζίΓ=υττουργού) Χατζή Μουσταφά Πασά (Hace-Mustafa Pasa), τρία χρόνια αργότερα, το 1699, αναφέρεται σε φιρμάνι της ίδιας χρονιάς, ότι ανήκει στο χάσι του Λογγού ή Λαγκάδα (Hass Longoz ή Langaza), στο οποίο ανήκε και το Παλιοχώρι (Palihor) στα χασικοχώρια, όπως λέγονταν.(Β.Δημητριάδης, 429)

Τα πρώτα, τα μαντεμοχώρια, εξασφάλιζαν μεγάλες ποσότητες ασημιού για τις ανάγκες του Σουλτανικού νομισματοκοπείου, τα δεύτερα, τα καρβουνιάρικα χωριά, εξασφάλιζαν τις απαιτούμενες ποσότητες ξυλοκάρβουνου για την επεξεργασία ιδίως του μεταλλεύματος, ενώ τα τρίτα, τα χασικοχώρια, εξασφάλιζαν, μεσ’ από την καλλιέργεια της σηροτροφίας, στην οποία επιδίδονταν, τα μεταξωτά του Σουλτανικού χαρεμιού και τα έσοδα του Αρχιευνούχου (Darus-Sa’ahet Agasi ή Kislar- Agasi) του Σουλτανικού χαρεμιού, στο χάσι (hass) του οποίου ανήκαν.

Η προσφορά τέτοιου είδους εφοδίων και υπηρεσιών, εξασφάλιζε στις ομάδες των χωριών αυτών την «προστασία» των Οθωμανών μεγαλοαξιωματούχων, στους οποίους ανήκαν και απολάμβαναν, γι’ αυτό, ιδιαιτέρων προνομίων : [απαλλαγή από άλλους έκτακτους φόρους (avariz), αλλά και έγγειους φόρους (ispence), φόρο καταγραφής βοσκών (celeb tahriri) και το παιδομάζωμα (pencik oglani)].

To 19° αιώνα είναι το σημαντικότερο κέντρο μεταξουργίας της περιοχής (W.M. Leake: Travels in Northern Greece, τ.3.Λονδίνο 1835, σελ.163).Παρόλα αυτά, οι κάτοικοι της περιοχής πήραν ενεργά μέρος στην Επανάσταση του 1821 με τον Εμμανουήλ Παππά. Μετά την καταστολή της εξέγερσης καίγεται από τους Τούρκους και ο λαός της υποφέρει αφάνταστα δεινά, όπως αυτά περιγράφονται από ανώνυμο Ορμυλιώτη χρονικογράφο στο «Χρονικό της Ορμύλιας 1821-1837», που πρόσφατα μελετήθηκε και ανακοινώθηκε επίσημα από τον καθηγητή του Α.Π.Θ. Χαράλαμπο Παπαστάθη.

Το 1854 κατά την επανάσταση του Τσάμη Καρατάσου, στο χώρο της γίνονται οι σπουδαιότερες μάχες.

Στο Μακεδονικό αγώνα (1904-1908) έχει σπουδαία συμμετοχή, αφού, σύμφωνα με τα Αρχεία της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, έντεκα (11) Ορμυλιώτες είχαν ενεργή συμμετοχή στον Αγώνα, αν και η ευρύτερη περιοχή της Χαλκιδικής βρισκόταν  έξω από τις ένοπλες συγκρούσεις.

Το 1912 παίρνει μέρος στον Απελευθερωτικό Αγώνα από τον Τουρκικό ζυγό και απελευθερώνεται δέκα (10) μέρες νωρίτερα από τη Θεσσαλονίκη ύστερα από 500 χρόνια σκλαβιάς.

Το 1923 εγκαταστάθηκε στο Βατοπεδινό Μετόχι προσφυγικός πληθυσμός και δημιουργήθηκε στα αμέσως μετέπειτα χρόνια το χωριό Βατοπέδι σαν ανεξάρτητη Κοινότητα σε μοναστηριακές εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν, ενώ δόθηκαν γεωργικοί κλήροι και σε ακτήμονες δημότες της Ορμύλιας.

Στον Ελληνο-ιταλικό Πόλεμο του 1940, τριακόσιοι πενήντα (350) Ορμυλιώτες επιστρατεύτηκαν και έδωσε επτά (7) θύματα.

Από τις πρώτες μέρες της Γερμανικής Κατοχής (1941-1944), οι κάτοικοι πήραν ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση και η συμμετοχή τους ήταν πάνδημη χωρίς να βρεθεί ούτε ένας που να συνεργαστεί με τον κατακτητή, οργανώνοντας, μεταξύ άλλων, και δίκτυο περισυλλογής και φυγάδευσης Άγγλων αξιωματικών και στρατιωτών στη Μέση Ανατολή, με επικεφαλής τον Άγγελο Αγαπητό, τον οποίο η Βασίλισσα της Αγγλίας τον τίμησε ιδιαίτερα και του χάρισε χρυσό ρολόι με εγχάρακτη προσωπική της αφιέρωση. Μεταξύ αυτών που φυγαδεύτηκαν ήταν και ο μετέπειτα αρχηγός της RAF και πρόεδρος των Άγγλων βετεράνων του πολέμου Εδουάρδος Χάουελλ, ο οποίος στο βιβλίο του «Φυγή προς τη ζωή» Εκδόσεις ΑΕΤΟΣ ΑΕ Αθήναι 1948, σελ. 141-179, περιγράφει την όλη δράση της αντιστασιακής οργάνωσης των Ορμυλιωτών, την περίθαλψή του και τη φυγάδευσή του στη Μέση Ανατολή.

Δώδεκα (12) Ορμυλιώτες κλείστηκαν από τους Γερμανούς στο στρατόπεδο Παύλου Μελά της Θεσσαλονίκης, δεκαέξι (16) αναγκάστηκαν να διαφύγουν στη Μέση Ανατολή για να συνεχίσουν εκεί τον αγώνα, ενώ άλλοι είκοσι επτά (27) κρατήθηκαν όμηροι από τους Βούλγαρους κατακτητές και θα εκτελούνταν αν δεν κατέρρεε, στο μεταξύ το Βουλγαρικό καθεστώς στις αρχές Σεπτέμβρη του 1944.

Από το 1974 η κοινότητα Βατοπεδίου ενσωματώνεται σ’ αυτή της Ορμύλιας ενώ την ίδια χρονιά αναβιώνει ο μοναχισμός στην Ορμύλια με την εγκατάσταση καλογραιών στο ερειπωμένο Βατοπεδινό Μετόχι που, έκτοτε, εξελίσσεται στο μεγαλύτερο μοναστήρι της Χώρας με μοναδικές δραστηριότητες και διεθνή ακτινοβολία.

Βιβλιογραφία – Πηγές

  1. Βακαλόπουλος Ε. Απόστολος: Ιστορία της Μακεδονίας 1354-1833 – Εκδόσεις «Βάνιας» – Θεσ/νίκη

1988.

  1. Βασίλειος {Επίσκοπος Θεσσαλονίκης): Βίος του Οσίου Ευθυμίου του Νέου.
  2. Βοκοτοπούλου Ιουλία: «Νέα τοπαγραψικά στοιχεία για τη χώρα των Χαλκιδέων»

Μνήμη Δ. Λαζαρίδου – Πόλις και Χώρα στην αρχαία Μακεδονία και Θράκη. Θεσ/νίκη 1990.

  1. Γραμμένος Β. Δημήτριος: Νεολιθικές έρευνες στην κεντρική και ανατολική Μακεδονία. Αθήνα 1991.
  2. Δημητριάδης Βασίλης: Φορολογικές κατηγορίες χωριών της Θεσσαλονίκης κατά την Τουρκοκρατία.

«Μακεδονικά» 20 [1980] σελ. 375-462. δ. Διόδωρος: Βιβλιοθήκη Ιστορική 19.

  1. Ζέλλιου – Μαστοροκώστα Ερατώ: «Η Χαλκιδική από την τουρκική κατάκτηση εώς το 1912» – Η

Ιστορία της Χαλκιδικής – ΝΑΧ – Θεσ/νίκη 1998 σελ. 113-156.

  1. Ηρόδοτος: Ιστορία.
  2. Θεοχαρίδης I. Γεώργιος: Τα κατεπανίκια της Μακεδονίας. «Μακεδονικά» – Παράρτημα I – Θεσ/νίκη

1954.

  1. Θουκυδίδης: Ιστορία Πελοποννησιακού Πολέμου.
  2. Ιστορία Ελληνικού ‘Εθνους: ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕ -Τομ. 6, σελ. 108-109.
  3. Leake W.M.; Travels in Nothern Grrece, τ.3. Λονδίνο 1835, σελ. 163.
  4. Παπάγγελος Α. Ιωακείμ: α)Ορμύλια, Ιερόν Κοινόβιον Ευαγγελισμού της Θεοτόκου – Ιστορία. Έκδοση

INTERAMERIKAN – Αθήνα 1992, σελ.29-68.

Β) Χαλκιδική

Γ) Η Χαλκιδική κατά τους Μέσους Χρόνους – Η Ιστορία της Χαλκιδικής – ΝΑΧ – Θεσ/νίκη 1998, σελ. 77-108.

  1. Παπαστάθης Κ. Χαράλαμπος: Το Χρονικό της Ορμύλιας 1821-1837. «Univesciiy Studio Press»

Θεσσαλονίκη 2004.

  1. Σαμσάρης Κ. Δημήτριος: Η Ρωμαϊκή αποικία της Κασσάνδρειας. «ΔΩΔΩΝΗ» Ε.Ε.Φ.Σ.Π.Ι Τόμος 16ος

(1987).

16 Σισμανίδης Κώστας: Η Χαλκιδική κατά τους Αρχαϊκούς Κλασσικούς και Ελληνιστικούς χρόνους – Η Ιστορία της Χαλκιδικής – ΝΑΧ – Θεσ/νίκη 1998, σελ.31-74,

  1. Struck Adolf: Makedonische Fahrtan, I Chaikidike – Vien/Leipzig 1907.
  2. ΦΕΚ: a)1124/73 τευχ. Β, β)661/97 τευχ. Β, γ)207/98 τευχ β.
  3. Χαουελλ Εδουάρδος: Φυγή προς τη ζωή. «ΑΕΤΟΣ ΑΕ» Αθήναι 1948, σελ.141-179.
  4. Χατζόπουλος Β. Μιχαήλ: a) Une donation du roi Lysimaque. – E.I.E. Κέντρο Ελληνικής και Ρωμαϊκής

Αρχαιότητας – Athenes 1988. σελ. 17-71.

Β) Ωνές της Κεντρικής Χαλκιδικής – Ε.Ι.Ε. Κέντρο Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητας – Athenes 1988 – Μελετήματα 6, σελ.81-84.

  1. Χρυσοχός Μιχαήλ: Η Σερμύλη (Ορμύλια) Ε.Φ.Σ. «Παρνασσός» Δ'(1900), σελ. 104-113.